45 αποτελέσματα για «犯»
犯罪性 はんざいせい
ουσιαστικό
- 01 εγκληματικότητα, εγκληματική ροπή
犯罪被害者 はんざいひがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 θύμα εγκλήματος
犯罪学 はんざいがく
ουσιαστικό
- 01 εγκληματολογία
犯罪発生率 はんざいはっせいりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό εγκληματικότητας
犯罪防止 はんざいぼうし
ουσιαστικό
- 01 πρόληψη εγκλήματος
犯人隠避 はんにんいんぴ
ουσιαστικό
- 01 υπόθαλψη εγκληματία (το έγκλημα της παροχής βοήθειας σε εγκληματία προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη)
犯行声明文 はんこうせいめいぶん
ουσιαστικό
- 01 δήλωση ανάληψης ευθύνης (για ένα έγκλημα)
犯歴 はんれき
ουσιαστικό
- 01 ποινικό μητρώο
犯意 はんい
ουσιαστικό
- 01 εγκληματική πρόθεση, δόλος
犯罪記録 はんざいきろく
ουσιαστικό
- 01 ποινικό μητρώο
犯跡 はんせき
ουσιαστικό
- 01 ενοχοποιητικό στοιχείο, αποδεικτικό έγκληματος
犯罪に及ぶ はんざいにおよぶ
άλλο, ρήμα
- 01 διαπράττω έγκλημα, καταφεύγω στο έγκλημα
犯人蔵匿罪 はんにんぞうとくざい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα υπόθαλψης φυγάδα (υπόθαλψη)
犯人を匿う はんにんをかくまう
άλλο, ρήμα
- 01 παρέχω καταφύγιο σε εγκληματία
犯罪社会学 はんざいしゃかいがく
ουσιαστικό
- 01 εγκληματολογική κοινωνιολογία
犯罪場所 はんざいばしょ
ουσιαστικό
- 01 τόπος εγκλήματος
犯罪死 はんざいし
ουσιαστικό
- 01 ανθρωποκτονία, θάνατος που προκλήθηκε από βίαιο έγκλημα
犯行声明 はんこうせいめい
ουσιαστικό
- 01 ανάληψη ευθύνης (π.χ. για μια βομβιστική επίθεση)
犯罪被害 はんざいひがい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα και ζημιά από εγκληματική πράξη
犯罪集団 はんざいしゅうだん
ουσιαστικό
- 01 εγκληματική οργάνωση, ομάδα οργανωμένου εγκλήματος