66 αποτελέσματα για «狂»

狂奔 きょうほん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρέχω ξέφρενα, καλπάζω μανιασμένα
狂熱 きょうねつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακραίο πάθος, έντονος ενθουσιασμός
狂女 きょうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 παράφρονας γυναίκα, τρελή
狂宴 きょうえん

ουσιαστικό

  1. 01 ξεφάντωμα, θορυβώδες πάρτι, άγριο πάρτι, πανηγυρικό γεύμα
狂犬病 きょうけんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 λύσσα
狂歌 きょうか

ουσιαστικό

  1. 01 κωμικό (σατιρικό) τάνκα
狂い咲く くるいざく

ρήμα

  1. 01 ανθίζω εκτός εποχής
狂風 きょうふう

ουσιαστικό

  1. 01 θυελλώδης άνεμος
狂言誘拐 きょうげんゆうかい

ουσιαστικό

  1. 01 κηογκέν γιουκάι, σκηνοθετημένη απαγωγή
狂い咲き くるいざき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνθιση εκτός εποχής
狂い死に くるいじに

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος μέσα στην τρέλα, τρελός θάνατος
狂言回し きょうげんまわし

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτικός αλλά απαραίτητος ρόλος, βασικός υποστηρικτικός ρόλος
狂者 きょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παράφρων, φανατικός
狂する きょうする

ρήμα

  1. 01 τρελαίνομαι (για κάτι), είμαι ξετρελαμένος (με κάτι)
狂想曲 きょうそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 καπρίτσιο
  2. 02 μανία, έντονος ενθουσιασμός, παραλήρημα
狂詩曲 きょうしきょく

ουσιαστικό

  1. 01 ραψωδία
狂瀾 きょうらん

ουσιαστικό

  1. 01 μανιασμένα κύματα
狂言師 きょうげんし

ουσιαστικό

  1. 01 ηθοποιός του κυογκέν, κωμικός ηθοποιός
狂れる ふれる

ρήμα

  1. 01 παραφρονώ, τρελαίνομαι
狂死 きょうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρελαίνομαι και πεθαίνω, πεθαίνω μέσα στην παραφροσύνη