26 αποτελέσματα για «狩»
狩り子 かりこ
ουσιαστικό
- 01 κυνηγός (βοηθός που ξεσηκώνει τα θηράματα)
狩りバチ かりバチ
ουσιαστικό
- 01 κυνηγετική σφήκα (δηλαδή σφήκα αγγειοπλάστης, σφήκα της άμμου, κ.λπ.)
狩人蜂 かりゅうどばち
ουσιαστικό
- 01 κυνηγόσφηκα (δηλαδή σφήκα αγγειοπλάστης, αμμόσφηκα, κ.λπ.)
狩野派 かのうは
ουσιαστικό
- 01 σχολή Κανό (ιαπωνικής ζωγραφικής)
狩漁 しゅぎょ
ουσιαστικό
- 01 κυνήγι και ψάρεμα
狩
- 01 κυνηγώ
- 02 κάνω επιδρομή
- 03 συλλέγω, μαζεύω