34 αποτελέσματα για «狭»
狭庭 さにわ
ουσιαστικό
- 01 δικός μου κήπος, μικρός κήπος
狭衣物語 さごろもものがたり
ουσιαστικό
- 01 Σαγκορόμο Μονογκατάρι (περίπου 1060 μ.Χ.)
狭鼻猿類 きょうびえんるい
ουσιαστικό
- 01 καταρρίνος (πρωτεύον της ανθυποτάξης Catarrhini που έχει ρουθούνια τοποθετημένα κοντά, ειδικότερα οι πίθηκοι του Παλαιού Κόσμου της οικογένειας Cercopithecidae)
狭む せばむ
ρήμα
- 01 στενεύω, περιορίζω, συρρικνώνω
狭帯域 きょうたいいき
ουσιαστικό
- 01 στενός εύρος ζώνης
狭視野 きょうしや
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένο οπτικό πεδίο (π.χ. κάμερα), στενό οπτικό πεδίο
狭し せばし
άλλο
- 01 στενός, περιορισμένος, μικρός
- 02 στενός, περιορισμένος, μικρός
狭に せに
άλλο, επίρρημα
- 01 με ελάχιστο διαθέσιμο χώρο, σχεδόν γεμάτος
狭端体 きょうたんたい
ουσιαστικό
- 01 στενοτέλειος
狭額 きょうがく
ουσιαστικό
- 01 στενό πλαίσιο (οθόνης)
狭義の遺伝率 きょうぎのいでんりつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κληρονομησιμότητα στενής έννοιας
狭山茶 さやまちゃ
ουσιαστικό
- 01 τσάι σαγιαμάτσα
狭間飛び ハザマトビ
ουσιαστικό
- 01 κίνηση ελέφαντα (στο σκάκι), διαγώνιο άλμα
狭
- 01 στενός
- 02 στενός
- 03 συρρικνώνομαι
- 04 σφιχτός