30 αποτελέσματα για «猟»
猟奇文学 りょうきぶんがく
ουσιαστικό
- 01 ριοκιμπουγκάκου, λογοτεχνία του παράδοξου, λογοτεχνία του απόκοσμου
猟官制 りょうかんせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα διορισμών βάσει κομματικής εύνοιας
猟区 りょうく
ουσιαστικό
- 01 περιοχή κυνηγιού, ζώνη κυνηγιού
猟奇心 りょうきしん
ουσιαστικό
- 01 νοσηρή περιέργεια
猟奇趣味 りょうきしゅみ
ουσιαστικό
- 01 γοητεία για το παράδοξο, ροπή προς το μακάβριο
猟奇事件 りょうきじけん
ουσιαστικό
- 01 παράξενο έγκλημα, γκροτέσκο περιστατικό, μακάβρια υπόθεση
猟奇殺人事件 りょうきさつじんじけん
ουσιαστικό
- 01 υπόθεση αποτρόπαιου φόνου
猟奇殺人犯 りょうきさつじんはん
ουσιαστικό
- 01 δράστης φρικιαστικής δολοφονίας
猟奇殺人鬼 りょうきさつじんき
ουσιαστικό
- 01 μακάβριος δολοφόνος, γκροτέσκος φονιάς
猟
- 01 κυνήγι
- 02 πυροβολισμός
- 03 θήραμα
- 04 λεία