42 αποτελέσματα για «献»

献物 けんもつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά (σε σογκούν, αυτοκράτορα, νταϊμιό, κάμι ή Βούδα)
献残屋 けんざんや

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος που αγόραζε και μεταπωλούσε περισσευούμενα δώρα που δίνονταν σε νταϊμιό ή σαμουράι (περίοδος Έντο)
献茶 けんちゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσφορά τσαγιού στις θεότητες
献血者 けんけつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοδότης
献灯 けんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφιερωματικό φανάρι σε ναό
献納品 けんのうひん

ουσιαστικό

  1. 01 δωρεά, συνεισφορά, προσφορά
献血車 けんけつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κινητή μονάδα αιμοληψίας, φορτηγό αιμοδοσίας
献詠 けんえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ποιητική προσφορά
献進 けんしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσφορά δώρου σε ανώτερο
献金額 けんきんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό δωρεάς
献酌 けんしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσφορά ποτού
献血運動 けんけつうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοδοτική εκστρατεία
献呈本 けんていぼん

ουσιαστικό

  1. 01 αφιερωματικό αντίτυπο
献金箱 けんきんばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί εισφορών, κουτί δωρεών
献納者 けんのうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δωρητής, εισφορέας
献饌 けんせん

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά τροφής στις θεότητες
献木 けんぼく

ουσιαστικό

  1. 01 δωρεά ξυλείας σε ιερό
献名 けんめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τιμητική ονομασία, επιστημονική ονομασία προς τιμήν ενός ή περισσότερων προσώπων
献残 けんざん

ουσιαστικό

  1. 01 περισσεύματα από δώρα που λάμβαναν οι σαμουράι ή οι φεουδάρχες (περίοδος Έντο)
献芹 けんきん

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά ταπεινού δώρου, ευτελές δώρο
  2. 02 δήλωση αφοσίωσης στον άρχοντα κάποιου