49 αποτελέσματα για «猿»

猿子 ましこ

ουσιαστικό

  1. 01 μασίκο (οποιοδήποτε σπίζα του γένους Carpodacus)
  2. 02 μαϊμού
猿臂を伸ばす えんぴをのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τεντώνω τα χέρια μου, μακραίνω τα χέρια μου
猿酒 さるざけ

ουσιαστικό

  1. 01 σαρουζάκε (ποτό των πιθήκων), υγρό που μοιάζει με σάκε και παράγεται από τη ζύμωση φρούτων που αφήνουν οι πίθηκοι σε κρυψώνες δέντρων ή σε κοιλότητες βράχων
猿尾 さるお

ουσιαστικό

  1. 01 το πίσω μέρος του λαιμού του σαμισέν στο σημείο όπου ενώνεται με το σώμα
猿梨 さるなし

ουσιαστικό

  1. 01 σαρουνάσι (Actinidia arguta), ακτινίδιο μούρο, τάρα βάιν, μπάουερ βάιν
猿手 さるて

ουσιαστικό

  1. 01 πιθηκοειδές χέρι (παραμόρφωση), χέρι πιθήκου
猿猴捉月 えんこうそくげつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσπαθώ να φτάσω πέρα από τις δυνατότητές μου και αποτυγχάνω, επιδιώκω κάτι ανώτερο από το επίπεδό μου χωρίς επιτυχία, ο πίθηκος που προσπαθεί να πιάσει το φεγγάρι (την αντανάκλασή του στο νερό)
猿害 えんがい

ουσιαστικό

  1. 01 ζημιές που προκαλούνται από πιθήκους (σε καλλιέργειες κ.λπ.)
猿渡り さるわたり

ουσιαστικό

  1. 01 μονόζυγο, σκάλα ισορροπίας (σε παιδική χαρά)
猿の腰掛け さるのこしかけ

ουσιαστικό

  1. 01 πολύπορος (μανιτάρι σε σχήμα ραφιού, ειδικότερα της οικογένειας Πολυποροειδή)
猿捕茨 さるとりいばら

ουσιαστικό

  1. 01 σμιλάξ η κινεζική (είδος σαρσαπαρίλλας)
猿麻桛 サルオガセ

ουσιαστικό

  1. 01 σαρουογκάσε (κάθε λειχήνα του γένους Ουσνέα)
猿拳 さるけん

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκέν (στυλ κουνγκ φου που μιμείται τις κινήσεις του πιθήκου)
猿腦 えんのう

ουσιαστικό

  1. 01 εγκέφαλος μαϊμούς (καταναλώνεται ως λιχουδιά, φάρμακο, κ.λπ.)
猿臂打ち えんぴうち

ουσιαστικό

  1. 01 χτύπημα με τον αγκώνα (καράτε)
猿楽能 さるがくのう

ουσιαστικό

  1. 01 νο (παραδοσιακό ιαπωνικό μουσικοχορευτικό δράμα)
猿子鳥 ましこどり

ουσιαστικό

  1. 01 μασικόντορι
猿袴 さるばかま

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος παντελονιού χακάμα που είναι φαρδύ στο πάνω μέρος και στενό στο κάτω
猿の尻笑い さるのしりわらい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ο γάιδαρος είπε τον πετεινό κεφάλα, όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται, το γέλιο της μαϊμούς για τα οπίσθια (μιας άλλης μαϊμούς)
猿頬貝 さるぼうがい

ουσιαστικό

  1. 01 σαρουμπόγκαϊ (είδος αχιβάδας της οικογένειας Arcidae)