38 αποτελέσματα για «獣»
獣畜 じゅうちく
ουσιαστικό
- 01 άγρια και κατοικίδια ζώα, κτηνοτροφικά ζώα
獣脚類 じゅうきゃくるい
ουσιαστικό
- 01 θηριόποδα
獣帯 じゅうたい
ουσιαστικό
- 01 ζωδιακός κύκλος
獣偏 けものへん
ουσιαστικό
- 01 ριζικό «σκύλος» ή «ζώο» στην αριστερή πλευρά ενός κάντζι
獣行 じゅうこう
ουσιαστικό
- 01 θηριώδης ή κτηνώδης πράξη
獣弓類 じゅうきゅうるい
ουσιαστικό
- 01 θηραψιδωτά
獣炭 じゅうたん
ουσιαστικό
- 01 ζωικός άνθρακας
獣形類 じゅうけいるい
ουσιαστικό
- 01 θηριόμορφα
獣亜綱 じゅうあこう
ουσιαστικό
- 01 θηρία (υποκλάση θηλαστικών)
獣弓目 じゅうきゅうもく
ουσιαστικό
- 01 θηραψιδωτά (τάξη προηγμένων συναψιδωτών)
獣歯類 じゅうしるい
ουσιαστικό
- 01 θηριόδοντα, θηριόδοντες
獣害 じゅうがい
ουσιαστικό
- 01 ζημιά προκαλούμενη από άγρια ζώα (π.χ. σε καλλιέργειες, δέντρα)
獣皮紙 じゅうひし
ουσιαστικό
- 01 περγαμηνή, βέλουμο
獣耳 けものみみ
ουσιαστικό
- 01 κεμονομίμι, χαρακτήρας με αυτιά ζώου
獣疫 じゅうえき
ουσιαστικό
- 01 πανώλη των βοοειδών, ριντερπέστη
獣眼 じゅうがん
ουσιαστικό
- 01 καστανά μάτια (ιδίως ως υποτιθέμενο χαρακτηριστικό σκληρών ανθρώπων)
獣王記 じゅうおうき
ουσιαστικό
- 01 Τζουουόκι (βιντεοπαιχνίδι arcade της Sega του 1989, μεταφερμένο στο Mega Drive)
獣
- 01 ζώο
- 02 θηρίο, κτήνος