143 αποτελέσματα για «理»

理解に苦しむ りかいにくるしむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 δυσκολεύομαι να κατανοήσω, είναι ακατανόητο, ξεπερνά τη λογική μου
理解を示す りかいをしめす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δείχνω κατανόηση, αναγνωρίζω την αξία κάποιου ή κάποιου πράγματος, τάσσομαι θετικά υπέρ κάποιου πράγματος
理解しがたい りかいしがたい

άλλο

  1. 01 δυσνόητος, ακατάληπτος, βυζαντινού τύπου
理想郷 りそうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεατός τόπος, επίγειος παράδεισος, ουτοπία, αρκαδία
理解力 りかいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα κατανόησης, αντιληπτική ικανότητα
理にかなう りにかなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω νόημα, έχω λογική βάση
理系 りけい

ουσιαστικό

  1. 01 θετικές επιστήμες, επιστημονικά πεδία (επιστήμη, τεχνολογία, μηχανική και μαθηματικά)
理事会 りじかい

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητικό συμβούλιο, συμβούλιο επιτρόπων
理路整然 りろせいぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λογικός, τεκμηριωμένος, ορθολογικός, με λογική συνέπεια
理想論 りそうろん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεαλιστική θεωρία, ανεδαφικό επιχείρημα
理解を深める りかいをふかめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καλλιεργώ μια καλύτερη κατανόηση
理解を得る りかいをえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κερδίζω την κατανόηση κάποιου, εξασφαλίζω τη συναίνεση κάποιου
理詰め りづめ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογισμός, λογική, πειθώ
理想主義 りそうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεαλισμός
理由付け りゆうづけ

ουσιαστικό

  1. 01 εξορθολογισμός, αιτιολόγηση
理想像 りそうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 εξιδανικευμένη εικόνα
理屈に合う りくつにあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι λογικός, συνάδω με τη λογική, είμαι βάσιμος, ευσταθώ
理解を求める りかいをもとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ζητώ κατανόηση
理屈をつける りくつをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρίσκω δικαιολογία, εξορθολογίζω, βρίσκω πρόφαση
理解度 りかいど

ουσιαστικό

  1. 01 κατανόηση, αντίληψη