148 αποτελέσματα για «環»

環太平洋 かんたいへいよう

ουσιαστικό

  1. 01 περιφέρεια του Ειρηνικού
環境対策 かんきょうたいさく

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντικό μέτρο
環境条件 かんきょうじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική συνθήκη
環形動物 かんけいどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 δακτυλιοσκώληκας
環境調査 かんきょうちょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική έρευνα
環境ホルモン かんきょうホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοκρινικός διαταράκτης, χημικές ουσίες που προκαλούν ενδοκρινικές διαταραχές
環境相 かんきょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός περιβάλλοντος
環境基準 かんきょうきじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντικό πρότυπο
環境学 かんきょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντολογία
環境にやさしい かんきょうにやさしい

άλλο, επίθετο

  1. 01 φιλικός προς το περιβάλλον, οικολογικός
環境アセスメント かんきょうアセスメント

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική εκτίμηση επιπτώσεων
環境負荷 かんきょうふか

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική επιβάρυνση, περιβαλλοντικό φορτίο
環濠 かんごう

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλική τάφρος
環濠集落 かんごうしゅうらく

ουσιαστικό

  1. 01 οικισμός με τάφρο (περίοδος Γιαγιόι)
環境政策 かんきょうせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική πολιτική
環節 かんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κάνσετσου (τμήμα σκώληκα)
環境構築 かんきょうこうちく

ουσιαστικό

  1. 01 στήσιμο περιβάλλοντος, δημιουργία περιβάλλοντος
環境事業 かんきょうじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική επιχείρηση, περιβαλλοντικός τομέας, περιβαλλοντικό πρόγραμμα
環境技術 かんきょうぎじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική τεχνολογία, πράσινη τεχνολογία
環境庁 かんきょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία περιβάλλοντος