154 αποτελέσματα για «産»

産する さんする

ρήμα

  1. 01 γεννώ, γεννιέμαι
  2. 02 παράγω, αποδίδω, παράγομαι, αποδίδομαι
産業スパイ さんぎょうスパイ

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός κατάσκοπος, βιομηχανική κατασκοπεία
うぶ

ουσιαστικό

  1. 01 γέννηση
産業廃棄物 さんぎょうはいきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικά απόβλητα
産廃 さんぱい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικά απόβλητα
産地直送 さんちちょくそう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας από την παραγωγή, φρέσκο από το αγρόκτημα
産院 さんいん

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτήριο
産褥 さんじょく

ουσιαστικό

  1. 01 λοχεία, μεταγεννητική περίοδος
  2. 02 κρεβάτι γυναίκας κατά τον τοκετό
産業界 さんぎょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός κόσμος
産婦 さんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 λεχώνα, γυναίκα που πρόκειται να γεννήσει, γυναίκα που μόλις γέννησε
産科医 さんかい

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτήρας
産婦人科医 さんふじんかい

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτήρας-γυναικολόγος, μαιευτήρας και γυναικολόγος
産油国 さんゆこく

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιοπαραγωγός χώρα
産業用 さんぎょうよう

πρόθημα

  1. 01 βιομηχανικός
産児 さんじ

ουσιαστικό

  1. 01 νεογέννητο βρέφος, τοκετός
産霊 むすひ

ουσιαστικό

  1. 01 θείο πνεύμα της δημιουργίας, θεότητα που γεννά τα πάντα
産褥熱 さんじょくねつ

ουσιαστικό

  1. 01 λοχείακός πυρετός
産土神 うぶすながみ

ουσιαστικό

  1. 01 προστάτης θεός της γενέτειρας κάποιου
産生 さんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγωγή
産卵期 さんらんき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ωοτοκίας, αναπαραγωγική περίοδος, περίοδος γέννας