98 αποτελέσματα για «甲»

甲種 こうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτης κατηγορίας, ανώτερης ποιότητας
甲鉄 こうてつ

ουσιαστικό

  1. 01 θωράκιση, θωρακισμένο έλασμα
甲子 きのえね

ουσιαστικό

  1. 01 κινοένε (πρώτος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1924, 1984, 2044)
甲高 こうだか

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αυτός που έχει ψηλό κουτεπιέ
  2. 02 υπόδημα ή κάλτσα με ψηλό κουτεπιέ
甲状腺 こうじょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 θυρεοειδής αδένας
きのえ

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο σύμβολο του κινεζικού ημερολογίου
甲兵 こうへい

ουσιαστικό

  1. 01 όπλα, πόλεμος, ένοπλος πολεμιστής
甲斐なし かいなし

ουσιαστικό

  1. 01 ματαίωση, αχρηστία, απελπισία
甲羅干し こうらぼし

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοθεραπεία (ζώων με καβούκι, κυρίως χελωνών)
  2. 02 ηλιοθεραπεία μπρούμυτα
甲と乙 こうとおつ

άλλο

  1. 01 ο πρώτος και ο δεύτερος, Α και Β
甲鉄艦 こうてつかん

ουσιαστικό

  1. 01 θωρηκτό πλοίο
甲板員 かんぱんいん

ουσιαστικό

  1. 01 ναύτης καταστρώματος
甲寅 きのえとら

ουσιαστικό

  1. 01 κινοέτορα (ο 51ος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1914, 1974, 2034)
甲状腺腫 こうじょうせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 βρογχοκήλη
甲声 かんごえ

ουσιαστικό

  1. 01 οξύς και ψηλός τόνος φωνής
甲辰 きのえたつ

ουσιαστικό

  1. 01 κινόε-τάτσου (41ο έτος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1964, 2024, 2084)
甲皮 こうひ

ουσιαστικό

  1. 01 καβούκι, κέλυφος, θώρακας
甲乙丙丁 こうおつへいてい

ουσιαστικό

  1. 01 άφλα, βήτα, γάμα και δέλτα, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος
甲走る かんばしる

ρήμα

  1. 01 παράγω οξύ διαπεραστικό ήχο
甲状腺ホルモン こうじょうせんホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 θυρεοειδική ορμόνη