59 αποτελέσματα για «番»
番手 ばんて
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 νούμερο νήματος (πάχος νήματος)
- 02 νιοστή θέση (σε αγώνα), νιοστή σειρά (σε αρχική διάταξη)
- 03 νιοστή κατάταξη (σε πολεμικό σχηματισμό)
- 04 φρουρός κάστρου
- 05 ίππος στη δεύτερη θέση
番線 ばんせん
ουσιαστικό
- 01 αριθμός γραμμής, αριθμός αποβάθρας
- 02 μετρητής σύρματος
番小屋 ばんごや
ουσιαστικό
- 01 φυλάκιο
番傘 ばんがさ
ουσιαστικό
- 01 χοντρή ομπρέλα από λαδόχαρτο
番い つがい
ουσιαστικό
- 01 ζευγάρι (ιδίως για ζώα που έχουν ζευγαρώσει), δίδυμο
- 02 άρθρωση
番付 ばんづけ
ουσιαστικό
- 01 κατατακτήριος πίνακας (για διασκεδαστές, παλαιστές σούμο, εκατομμυριούχους κ.ά.)
- 02 πρόγραμμα (π.χ. θεάτρου)
番屋 ばんや
ουσιαστικό
- 01 φυλάκιο, οικίσκος φρουράς
- 02 αστυνομικό τμήμα (περιόδου Έντο)
番宣 ばんせん
ουσιαστικό
- 01 προωθητικό υλικό, διαφήμιση προγράμματος (τηλεόρασης, ραδιοφώνου κ.λπ.), δημοσιότητα προγράμματος
番組名 ばんぐみめい
ουσιαστικό
- 01 τίτλος προγράμματος (τηλεοπτικού), αναγνωριστικό προγράμματος
番組表 ばんぐみひょう
ουσιαστικό
- 01 οδηγός προγράμματος, τηλεοπτικός οδηγός
番卒 ばんそつ
ουσιαστικό
- 01 σκοπός, φρουρός
番太 ばんた
ουσιαστικό
- 01 φύλακας (υποδηλώνει χαμηλή κοινωνική θέση ή καταγωγή από την ομάδα των μπουνάκουμιν)
番記者 ばんきしゃ
ουσιαστικό
- 01 ρεπόρτερ ειδικά ανατεθειμένος να καλύπτει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο για την εξασφάλιση των πιο πρόσφατων πληροφοριών, αστυνομικός συντάκτης ή συντάκτης ύλης
番外地 ばんがいち
ουσιαστικό
- 01 τοποθεσία χωρίς διεύθυνση, αρίθμητο οικόπεδο
番太郎 ばんたろう
ουσιαστικό
- 01 νυχτοφύλακας
番代 ばんだい
ουσιαστικό
- 01 εναλλαγή στη σειρά
- 02 αντικατάσταση φρουράς
番号案内 ばんごうあんない
ουσιαστικό
- 01 πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου
番付表 ばんづけひょう
ουσιαστικό
- 01 πίνακας κατάταξης
番組編成 ばんぐみへんせい
ουσιαστικό
- 01 προγραμματισμός, σύνταξη τηλεοπτικού προγράμματος
番を張る ばんをはる
άλλο, ρήμα
- 01 ηγούμαι ομάδας νεαρών παραβατών