66 αποτελέσματα για «疑»
疑いを晴らす うたがいをはらす
άλλο, ρήμα
- 01 διαλύω τις αμφιβολίες
疑いが晴れる うたがいがはれる
άλλο, ρήμα
- 01 απαλλάσσομαι από κατηγορία
疑義 ぎぎ
ουσιαστικό
- 01 αμφιβολία, αμφισβήτηση
疑似体験 ぎじたいけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσομοιωμένη εμπειρία, προσομοίωση
疑る うたぐる
ρήμα
- 01 αμφιβάλλω, δυσπιστώ, υποπτεύομαι
疑問文 ぎもんぶん
ουσιαστικό
- 01 ερωτηματική πρόταση
疑問符がつく ぎもんふがつく
άλλο, ρήμα
- 01 παραμένει το ερώτημα, τίθεται υπό αμφισβήτηση
疑似恋愛 ぎじれんあい
ουσιαστικό
- 01 εικονικός έρωτας, εικονική (ψευδο-) ερωτική σχέση
疑わしきは罰せず うたがわしきはばっせず
άλλο
- 01 τεκμήριο αθωότητας, η απλή υποψία δεν αποτελεί λόγο τιμωρίας, εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου
疑り うたぐり
ουσιαστικό
- 01 αμφιβολία, αμφισβήτηση, αβεβαιότητα, σκεπτικισμός, υποψία, δυσπιστία
疑獄事件 ぎごくじけん
ουσιαστικό
- 01 σκάνδαλο δωροδοκίας
疑獄 ぎごく
ουσιαστικό
- 01 σκάνδαλο δωροδοκίας, υπόθεση διαφθοράς
疑問詞 ぎもんし
ουσιαστικό
- 01 ερωτηματική αντωνυμία ή ερωτηματικό επίρρημα
疑似科学 ぎじかがく
ουσιαστικό
- 01 ψευδοεπιστήμη
疑点 ぎてん
ουσιαστικό
- 01 αμφίβολο σημείο
疑団 ぎだん
ουσιαστικό
- 01 αμφιβολία που φωλιάζει στην ψυχή κάποιου και δεν μπορεί να επιλυθεί
疑雲 ぎうん
ουσιαστικό
- 01 σύννεφο καχυποψίας
疑心暗鬼を生ず ぎしんあんきをしょうず
άλλο
- 01 η καχυποψία γεννά φαντάσματα
疑感 ぎかん
ουσιαστικό
- 01 αμφιβολία, δισταγμός, υποψία, ενδοιασμός
疑字 ぎじ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας αμφίβολης μορφής