27 αποτελέσματα για «痩»
痩果 そうか
ουσιαστικό
- 01 αχαίνιο
痩せ肉 やせじし
ουσιαστικό
- 01 καχεξία, αποστεωμένο σώμα
- 02 αποστεωμένος
痩せ山 やせやま
ουσιαστικό
- 01 άγονο βουνό
痩せた やせた
άλλο
- 01 αδύνατος, λεπτός, ισχνός
- 02 άγονος, στείρος, ακαλλιέργητος
痩村 やせむら
ουσιαστικό
- 01 φτωχό χωριό, ερειπωμένο χωριό
痩せ脛 やせずね
ουσιαστικό
- 01 αδύνατο πόδι
痩
- 01 αδυνατίζω