32 αποτελέσματα για «皆»

皆済 かいさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοσχερής εξόφληση, διακανονισμός χρέους
皆伐 かいばつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποψιλωτική υλοτομία, πλήρης υλοτομία
皆既食 かいきしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ολική έκλειψη (ηλιακή ή σεληνιακή), καθολικότητα
皆皆様 みなみなさま

ουσιαστικό

  1. 01 κυρίες και κύριοι, όλοι εσείς, όλοι σας
皆具 かいぐ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης εξοπλισμός (ενδυμάτων, πανοπλίας, εργαλείων κ.λπ.)
皆納 かいのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης εξόφληση φόρου
皆兵制度 かいへいせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα καθολικής στρατολόγησης
皆脚類 かいきゃくるい

ουσιαστικό

  1. 01 παντόποδα
皆婚社会 かいこんしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία του καθολικού γάμου (κοινωνία στην οποία οι περισσότεροι άνθρωποι είναι παντρεμένοι, συνήθως σε νεαρή ηλικία)
皆保険 かいほけん

ουσιαστικό

  1. 01 καθολική ασφάλιση υγείας, καθολική υγειονομική περίθαλψη
皆まで みなまで

επίρρημα

  1. 01 ως το τέλος, εξ ολοκλήρου, πλήρως
  1. 01 όλα
  2. 02 τα πάντα