75 αποτελέσματα για «皮»

皮脂 ひし

ουσιαστικό

  1. 01 σμήγμα, σμηγματογόνος ουσία
皮付き かわつき

ουσιαστικό

  1. 01 με το δέρμα του, με τη φλούδα του, αξεφλούδιστος, αναποφλοίωτος
皮剥ぎ かわはぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καβαχάγκι (είδος ψαριού Stephanolepis cirrhifer)
  2. 02 γδάρσιμο (ζώου), απογύμνωση (δέντρου από τον φλοιό), αφαίρεση φλοιού, γδάρτης, αποφλοιωτής
皮質 ひしつ

ουσιαστικό

  1. 01 φλοιός
皮目 かわめ

ουσιαστικό

  1. 01 η πλευρά του δέρματος (σε φιλέτο ψαριού)
皮目 ひもく

ουσιαστικό

  1. 01 φακίδιο
皮衣 かわごろも

ουσιαστικό

  1. 01 γούνινο παλτό
皮相的 ひそうてき

επίθετο

  1. 01 επιφανειακός, ρηχός
皮膚炎 ひふえん

ουσιαστικό

  1. 01 δερματίτιδα
皮膚呼吸 ひふこきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δερματική αναπνοή
皮下注射 ひかちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποδόρια ένεση
皮膚移植 ひふいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 δερματομεταμόσχευση, μεταμόσχευση δέρματος
皮下組織 ひかそしき

ουσιαστικό

  1. 01 υποδόριος ιστός
皮作り かわづくり

ουσιαστικό

  1. 01 σασίμι με το δέρμα πάνω
皮弁 ひべん

ουσιαστικό

  1. 01 δερματικός κρημνός, κρημνός
皮むき器 かわむきき

ουσιαστικό

  1. 01 αποφλοιωτής (κουζινικό σκεύος)
  2. 02 αποφλοιωτής (για την αφαίρεση του φλοιού από δέντρο), αποφλοιωτής κορμών
皮膚科医 ひふかい

ουσιαστικό

  1. 01 δερματολόγος
皮疹 ひしん

ουσιαστικό

  1. 01 εξάνθημα, δερματικό εξάνθημα
皮層 ひそう

ουσιαστικό

  1. 01 φλοιός
皮脂腺 ひしせん

ουσιαστικό

  1. 01 σμυγματογόνος αδένας