53 αποτελέσματα για «盗»
盗難車 とうなんしゃ
ουσιαστικό
- 01 κλεμμένο αυτοκίνητο
盗用 とうよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπεξαίρεση, δόλια χρήση, λογοκλοπή, οικειοποίηση
盗み撮り ぬすみどり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρυφή λήψη φωτογραφίας ή βίντεο, φωτογράφιση στα κρυφά, μυστική βιντεοσκόπηση, μαγνητοσκόπηση εν αγνοία κάποιου
盗難防止 とうなんぼうし
ουσιαστικό
- 01 αντικλεπτικός, προστατευμένος από κλοπή
盗人猛々しい ぬすっとたけだけしい
άλλο, επίθετο
- 01 αναίσχυντος (για τις δικές του κακές πράξεις), προκλητικός (παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε λάθος θέση), ξεδιάντροπος, θρασύς
盗み読み ぬすみよみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρυφή ανάγνωση (κάποιου γράμματος, ημερολογίου, κ.λπ. κάποιου άλλου), λαθραία ανάγνωση
- 02 διάβασμα πάνω από τον ώμο κάποιου
盗撮カメラ とうさつカメラ
ουσιαστικό
- 01 κρυφή κάμερα (για παράνομη ή ανήθικη χρήση)
盗癖 とうへき
ουσιαστικό
- 01 τάση για κλοπή, συνήθεια της κλεψιάς, κλεπτομανία
盗犯 とうはん
ουσιαστικό
- 01 διάρρηξη, κλοπή
盗伐 とうばつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράνομη υλοτομία
盗難保険 とうなんほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλεια κατά της κλοπής
盗心 とうしん
ουσιαστικό
- 01 τάση για κλοπή
盗取 とうしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλοπή
盗電 とうでん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος
盗人にも三分の理 ぬすびとにもさんぶのり
άλλο
- 01 κανείς δεν στερείται δικαιολογιών ακόμη κι αν σφάλλει, ακόμη και οι κλέφτες έχουν τα δίκια τους, αναγνωρίζω ακόμη και στον κακό το δίκιο του
盗人に追い銭 ぬすっとにおいせん
άλλο
- 01 πετάω τα λεφτά μου, επιμένω σε μια χαμένη υπόθεση
盗み録り ぬすみどり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποκλοπή ή κρυφή ηχογράφηση
盗み笑い ぬすみわらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σιωπηλό γέλιο, χαιρέκακο γελάκι, κρυφό γέλιο
盗人根性 ぬすっとこんじょう
ουσιαστικό
- 01 κλεπτομανής φύση, κλέφτικη ιδιοσυγκρασία, πονηρός και άπληστος χαρακτήρας
盗視 とうし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλεφτή ματιά, πλάγια ματιά