57 αποτελέσματα για «盲»

盲爆 もうばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τυφλός βομβαρδισμός (αδίστακτος, αδιάκριτος)
盲射 もうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τυφλή βολή, άσκοπος πυροβολισμός
盲管銃創 もうかんじゅうそう

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλό τραύμα από σφαίρα (τραύμα όπου η σφαίρα εισέρχεται στο σώμα χωρίς να εξέρχεται)
盲聾 もうろう

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλοκώφωση, τυφλόκωφος
盲管 もうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αδιέξοδο, τυφλός θύλακας
盲判 めくらばん

ουσιαστικό

  1. 01 έγκριση εγγράφου χωρίς επαρκή ανάγνωση, τυφλή υπογραφή
盲亀 もうき

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή χελώνα
盲官 もうかん

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλός αξιωματούχος που ειδικευόταν ως μουσικός, μασέρ ή βελονιστής (καταργήθηκε το 1871)
盲虻 めくらあぶ

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσόμυγα (Chrysops suavis)
盲蛇 めくらへび

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 τυφλόφθινο, φίδι-σκουλήκι
  2. 02 ο ανόητος βιάζεται να εισέλθει
盲断 もうだん

ουσιαστικό

  1. 01 βιαστικό συμπέρασμα
盲蜘蛛 めくらぐも

ουσιαστικό

  1. 01 μεκραγκούμο, φαλάνγι, αράχνη της τάξης Οπιλίωνες
盲蛇に怖じず めくらへびにおじず

άλλο

  1. 01 άγνοια κινδύνου, η άγνοια οδηγεί σε αφοβία
盲亀浮木 もうきふぼく

ουσιαστικό

  1. 01 απίθανο γεγονός, σπάνιο συμβάν
盲唖 もうあ

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλός και κωφάλαλος
盲人が盲人を導く もうじんがもうじんをみちびく

άλλο, ρήμα

  1. 01 τυφλός που οδηγεί τυφλό, αν τυφλός οδηγεί τυφλό, θα πέσουν και οι δύο στον λάκκο
盲腸炎手術 もうちょうえんしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 σκωληκοειδεκτομή, αφαίρεση της σκωληκοειδούς απόφυσης
盲亀の浮木 もうきのふぼく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απίθανη περίπτωση, σπάνιο γεγονός
盲千人目明き千人 めくらせんにんめあきせんにん

άλλο

  1. 01 άλλοι είναι σοφοί και άλλοι δεν είναι, χίλιοι τυφλοί, χίλιοι που έχουν τα μάτια τους ανοιχτά
盲長屋 めくらながや

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρότημα κατοικιών χωρίς παράθυρα