359 αποτελέσματα για «相»

そう N3

ουσιαστικό

  1. 01 όψη, εμφάνιση
  2. 02 φυσιογνωμία (ως ένδειξη της τύχης κάποιου)
  3. 03 διάσταση, πτυχή
  4. 04 φάση (π.χ. στερεή, υγρή και αέρια)
相方 あいかた

ουσιαστικό

  1. 01 σύντροφος, ταίρι (ειδικότερα σε κωμικό ντουέτο μανζάι)
  2. 02 ερωτικός σύντροφος για τη νύχτα (π.χ. σε οίκο ανοχής)
相反する あいはんする

ρήμα

  1. 01 αντίκειμαι, αντιτίθεμαι, συγκρούομαι, διαφωνώ
相槌 あいづち

ουσιαστικό

  1. 01 αϊζούτσι, επιφωνήματα κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας που δείχνουν ότι ο ακροατής προσέχει
  2. 02 τεχνική όπου δύο σιδηρουργοί σφυρηλατούν εναλλάξ ένα αντικείμενο
相撲 すもう N2

ουσιαστικό

  1. 01 σούμο (παλαίικα)
  2. 02 παλαιστής σούμο, ρικίσι
相続 そうぞく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κληρονομική διαδοχή
  2. 02 κληρονομιά
しょう

επίθημα

  1. 01 υπουργός
相対的 そうたいてき

επίθετο

  1. 01 σχετικός
相容れない あいいれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 συγκρούομαι, είμαι ασύμβατος, δεν εναρμονίζομαι, αντιτίθεμαι, αποκλείω αμοιβαία, έρχομαι σε ρήξη με
相も変わらず あいもかわらず

άλλο

  1. 01 όπως πάντα, όπως συνηθίζεται, όπως και πριν, ακόμα
相手取る あいてどる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ (ειδικά σε δικαστική διαμάχη), αντιμετωπίζω αντίπαλο (σε διαπραγματεύσεις, αγώνες κ.λπ.)
相打ち あいうち

ουσιαστικό

  1. 01 ταυτόχρονο χτύπημα ο ένας στον άλλον (στο κέντο κ.λπ.)
  2. 02 ισοπαλία
相好を崩す そうごうをくずす

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαμογελώ πλατιά, σκάνω ένα χαμόγελο
相成る あいなる

ρήμα

  1. 01 καθίσταμαι, γίνομαι
相模 さがみ

ουσιαστικό

  1. 01 Σαγκάμι (πρώην επαρχία που βρισκόταν στη σημερινή νομαρχία Καναγκάουα)
相手方 あいてかた

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδικος, αντίπαλη πλευρά, αντίπαλη ομάδα, αντίπαλος
相談相手 そうだんあいて

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβουλος, άτομο για διαβούλευση, άτομο στο οποίο απευθύνεται κανείς για τις ανησυχίες του, έμπιστο πρόσωπο
相談役 そうだんやく

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβουλος, σύμβουλος, σύμβουλος, σύμβουλος
相思相愛 そうしそうあい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία αγάπη
相手側 あいてがわ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη πλευρά, αντίθετο μέρος, έτερη πλευρά (π.χ. στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής), αντιπολίτευση