28 αποτελέσματα για «睡»

睡眠時遊行症 すいみんじゆうこうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπνοβασία, υπνοβατισμός
睡眠預金 すいみんよきん

ουσιαστικό

  1. 01 αδρανής τραπεζικός λογαριασμός (στον οποίο δεν έχουν πραγματοποιηθεί αναλήψεις ή καταθέσεις και για τον οποίο έχουν εκπνεύσει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη)
睡眠ポリグラフ検査 すいみんポリグラフけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυυπνογραφία
睡眠ポリグラフ すいみんポリグラフ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυυπνογράφημα
睡眠遮断 すいみんしゃだん

ουσιαστικό

  1. 01 στερησή ύπνου
睡眠圧 すいみんあつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση ύπνου
睡眠麻痺 すいみんまひ

ουσιαστικό

  1. 01 υπνική παράλυση
  1. 01 νυσταγμένος
  2. 02 κοιμάμαι
  3. 03 πεθαίνω