28 αποτελέσματα για «瞬»

瞬間電断 しゅんかんでんだん

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμιαία διακοπή ρεύματος
瞬時獲得モデル しゅんじかくとくモデル

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο στιγμιαίας απόκτησης
瞬目反射 しゅんもくはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κερατοειδικό αντανακλαστικό, αντανακλαστικό του βλεφαρισμού
瞬く めたたく

ρήμα

  1. 01 ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα, ανοιγοκλείνω τα μάτια
瞬眠 しゅんみん

ουσιαστικό

  1. 01 μικροϋπνος
瞬乾 しゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύστερο στέγνωμα
瞬目 しゅんもく

ουσιαστικό

  1. 01 βλεφαρισμός, ανοιγοκλείσιμο των ματιών
  2. 02 στιγμή, ακαριαίος χρόνος
  1. 01 ανοιγοκλείνω το μάτι, κλείνω το μάτι
  2. 02 ανοιγοκλείνω, βλεφαρίζω
  3. 03 αστράφτω, λάμπω, λαμποκοπώ