61 αποτελέσματα για «矢»

矢も盾もたまらず やもたてもたまらず

άλλο

  1. 01 αδυνατώ να μείνω ακίνητος, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα συναισθήματά μου, δεν μπορώ να συγκρατηθώ
矢庭に やにわに

επίρρημα

  1. 01 αμέσως, στιγμιαία, δίχως χρονοτριβή
  2. 02 ξαφνικά, απότομα, εντελώς απρόοπτα
矢車 やぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 γιαγκουρούμα (διακοσμητικός ανεμόμυλος στην κορυφή του κονταριού όπου υψώνονται οι χάρτινες κυπρίνοι)
矢狭間 やざま

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμίστρα, σχισμή για βέλη
矢筈 やはず

ουσιαστικό

  1. 01 εγκοπή οπίσθιου άκρου βέλους
  2. 02 διχαλωτό εργαλείο για το κρέμασμα κυλίνδρων με εικόνες
矢の催促 やのさいそく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επιτακτική και επανειλημμένη παρότρυνση (απαίτηση, αίτημα, πίεση)
矢車草 やぐるまそう

ουσιαστικό

  1. 01 υδροφύλλο το πεταλοειδές
矢束 やつか

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος βέλους
  2. 02 δέσμη βελών
矢竹 やだけ

ουσιαστικό

  1. 01 καλάμι για κατασκευή βέλους
  2. 02 γιαντάκε (είδος μπαμπού, Pseudosasa japonica)
矢石 しせき

ουσιαστικό

  1. 01 βέλη και πέτρες
  2. 02 πεδίο μάχης, πόλεμος
矢石 やいし

ουσιαστικό

  1. 01 βελεμνίτης
矢の根 やのね

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένια μύτη βέλους, αιχμή βέλους
矢車菊 やぐるまぎく

ουσιαστικό

  1. 01 κενταύριο (Centaurea cyanus), κυανός κενταύρος
矢飛白 やがすり

ουσιαστικό

  1. 01 μοτίβο που θυμίζει τα φτερά βέλους
矢取り やとり

ουσιαστικό

  1. 01 γιατόρι, ο συλλέκτης βελών (σε σκοπευτήριο τοξοβολίας), η συλλογή βελών
矢切の渡し やぎりのわたし

ουσιαστικό

  1. 01 Γιαγκίρι νο Γουατάσι (πορθμείο που μεταφέρει επιβάτες απέναντι στον ποταμό Έντο εδώ και σχεδόν 400 χρόνια)
矢叫び やさけび

ουσιαστικό

  1. 01 ιασάκεμπι, η ιαχή που βγάζουν οι τοξότες όταν εκτοξεύουν βέλη· η ιαχή που σηματοδοτεί την έναρξη μιας μάχης
矢印キー やじるしキー

ουσιαστικό

  1. 01 πλήκτρο βέλους
矢師 やし

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής βελών, τοξοποιός
矢筈模様 やはずもよう

ουσιαστικό

  1. 01 μοτίβο ψαροκόκαλο