193 αποτελέσματα για «知»

知り得る しりえる

ρήμα

  1. 01 αποκτώ γνώση
知る由もない しるよしもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 μη έχω κανέναν τρόπο να γνωρίζω, είμαι εντελώς ανίδεος
知ったことか しったことか

άλλο

  1. 01 δε με νοιάζει καθόλου, δεν είναι δική μου δουλειά
知らない間に しらないあいだに

άλλο

  1. 01 πριν το καταλάβει κανείς, χωρίς να το αντιληφθεί, εν αγνοία του, χωρίς να πάρει χαμπάρι
知っての通り しってのとおり

άλλο

  1. 01 όπως γνωρίζεις, όπως γνωρίζουμε
知り尽くす しりつくす

ρήμα

  1. 01 γνωρίζω καλά, έχω πλήρη γνώση για
知力 ちりょく

ουσιαστικό

  1. 01 διανοητική δύναμη, πνευματική ικανότητα, νόηση, ευφυΐα, μυαλό
知ったことではない しったことではない

άλλο

  1. 01 δεν με αφορά, δεν είναι δική μου δουλειά, δεν εμπλέκομαι σε αυτό
知事 ちじ N3

ουσιαστικό

  1. 01 νομάρχης
知ってか知らずか しってかしらずか

άλλο, επίρρημα

  1. 01 είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία, είτε με είτε χωρίς τη γνώση κάποιου
知己 ちき

ουσιαστικό

  1. 01 γνωστός
  2. 02 στενός φίλος
知らん顔 しらんかお

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσποιητή άγνοια, υποκρισία ότι δεν γνωρίζω, υποκρισία ότι δεν αναγνωρίζω κάποιον, αδιαφορία
  2. 02 αδιάφορο ύφος, απάθεια, ψυχραιμία
知らないふり しらないふり

άλλο

  1. 01 προσποίηση άγνοιας, υποκρισία ότι δεν ξέρω τίποτα
知恵を絞る ちえをしぼる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στύβω το μυαλό μου
知略 ちりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη πνευματική ικανότητα, κοφτερό μυαλό, επινοητικότητα, ευφυΐα
知っている限り しっているかぎり

άλλο

  1. 01 απ' ό,τι γνωρίζω
知る権利 しるけんり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα στη γνώση, δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία
知る人ぞ知る しるひとぞしる

άλλο

  1. 01 γνωστός μόνο σε όσους γνωρίζουν, γνωστός μόνο σε λίγους, γνωστός σε γνώστες
知らぬ存ぜぬ しらぬぞんぜぬ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης άγνοια (συνήθως αναφορικά με την προσποίηση), έλλειψη γνώσης
知見 ちけん

ουσιαστικό

  1. 01 γνώση, πληροφορία, άποψη, οπτική