95 αποτελέσματα για «研»

研究材料 けんきゅうざいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό υλικό, πειραματικό υλικό
研究結果 けんきゅうけっか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελέσματα επιστημονικής έρευνας, ερευνητικά ευρήματα
研究熱心 けんきゅうねっしん

επίθετο

  1. 01 φιλομαθής, με διάθεση για έρευνα, ένθερμος στη μελέτη
研究費 けんきゅうひ

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικά κονδύλια, έξοδα έρευνας
研ぎ とぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γυάλισμα, τρόχισμα, ακόνισμα
研究チーム けんきゅうチーム

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική ομάδα
研究書 けんきゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 μονογραφία, μελέτη
研修生 けんしゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευόμενος
研究発表 けんきゅうはっぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική δημοσίευση, ακαδημαϊκή δημοσίευση
研究グループ けんきゅうグループ

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική ομάδα
研修期間 けんしゅうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος εκπαίδευσης, ειδίκευση (κυρίως ιατρική), πρακτική άσκηση
研究生 けんきゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητής φοιτητής
研修会 けんしゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 εργαστήριο, εκπαιδευτικό σεμινάριο
研究科 けんきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, τμήμα μεταπτυχιακών σπουδών (σε πανεπιστήμιο)
研究論文 けんきゅうろんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική εργασία, μελέτη, διατριβή
研究方法 けんきゅうほうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική μέθοδος, μέθοδος μελέτης (έρευνα)
研究課題 けんきゅうかだい

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό καθήκον
研究分野 けんきゅうぶんや

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό πεδίο, τομέας έρευνας
研究心 けんきゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα έρευνας, ερευνητική διάθεση, ανήσυχο πνεύμα
研ぎ上げ とぎあげ

ουσιαστικό

  1. 01 ακόνισμα, ακόνισμα μέχρι τελειότητας