32 αποτελέσματα για «砲»

砲架 ほうか

ουσιαστικό

  1. 01 βάση πυροβόλου, φορέας πυροβόλου
砲艦外交 ほうかんがいこう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματία κανονιοφόρων
砲音 ほうおん

ουσιαστικό

  1. 01 βροντή κανονιού
砲尾 ほうび

ουσιαστικό

  1. 01 οπίσθιο μέρος πυροβόλου
砲術家 ほうじゅつか

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβολητής, πυροβολάρχης
砲煙弾雨 ほうえんだんう

ουσιαστικό

  1. 01 καπνός πυροβόλων και βροχή από σφαίρες ή βλήματα
砲金 ほうきん

ουσιαστικό

  1. 01 ορείχαλκος, μπρούντζος
砲熕 ほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβολικό
砲列甲板 ほうれつかんぱん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστρωμα πυροβόλων (πλοίο)
砲銅 ほうどう

ουσιαστικό

  1. 01 ορείχαλκος πυροβόλων (κράμα χαλκού και κασσιτέρου)
砲廓 ほうかく

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακισμένο προστατευτικό περίβλημα για τα πυροβόλα ενός πολεμικού πλοίου, καζέματη
  1. 01 κανόνι
  2. 02 πυροβόλο