31 αποτελέσματα για «硝»
硝酸セルロース しょうさんセルロース
ουσιαστικό
- 01 νιτροκυτταρίνη
硝化細菌 しょうかさいきん
ουσιαστικό
- 01 νιτροποιητικά βακτήρια
硝化菌 しょうかきん
ουσιαστικό
- 01 νιτροποιητικό βακτήριο
硝酸菌 しょうさんきん
ουσιαστικό
- 01 νιτροποιητικά βακτήρια, βακτήρια που σχηματίζουν νιτρώδη άλατα
硝酸チアミン しょうさんチアミン
ουσιαστικό
- 01 νιτρική θειαμίνη
硝酸エステル しょうさんエステル
ουσιαστικό
- 01 νιτρικός εστέρας, νιτρικό άλας
硝酸ウラニル しょうさんウラニル
ουσιαστικό
- 01 νιτρικό ουρανύλιο
硝子軟骨 しょうしなんこつ
ουσιαστικό
- 01 υαλώδης χόνδρος
硝子体手術 しょうしたいしゅじゅつ
ουσιαστικό
- 01 υαλοειδεκτομή
硝子繊維協会 がらすせんいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ένωση Υάλινων Ινών Ιαπωνίας
硝
- 01 νιτρικό
- 02 νιτρικό κάλιο, νίτρο