71 αποτελέσματα για «硬»

硬式野球 こうしきやきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο μπέιζμπολ (σε αντίθεση με την ποικιλία που παίζεται με λαστιχένια μπάλα)
硬膜外血腫 こうまくがいけっしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 επισκληρίδιο αιμάτωμα
硬式テニス こうしきテニス

ουσιαστικό

  1. 01 αντισφαίριση με μπάλα κανονισμού (σε αντίθεση με την αντισφαίριση με μαλακή μπάλα)
硬性 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρότητα
硬筆 こうひつ

ουσιαστικό

  1. 01 στυλό ή μολύβι
硬膜外麻酔 こうまくがいますい

ουσιαστικό

  1. 01 επισκληρίδιος αναισθησία
硬骨魚類 こうこつぎょるい

ουσιαστικό

  1. 01 οστεϊχθύες, οστεώδη ψάρια
硬膏 こうこう

ουσιαστικό

  1. 01 επίδεσμος, γύψος (ιατρικό επίθεμα)
硬化性 こうかせい

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρυντικός
硬鱗 こうりん

ουσιαστικό

  1. 01 γανοειδές λέπι
硬結 こうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκλήρυνση ιστού
硬券 こうけん

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροδρομικό εισιτήριο τυπωμένο σε χοντρό χαρτί
硬化油 こうかゆ

ουσιαστικό

  1. 01 υδρογονωμένο έλαιο, στερεοποιημένο έλαιο
硬変 こうへん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κίρρωση
硬骨魚 こうこつぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 οστεϊχθύς, οστόιχος ιχθύς
硬木 こうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρό ξύλο
硬化ゴム こうかゴム

ουσιαστικό

  1. 01 βουλκανίτης, εμπονίτης
硬玉 こうぎょく

ουσιαστικό

  1. 01 ιαδεΐτης
硬性憲法 こうせいけんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 άκαμπτο σύνταγμα
硬音 こうおん

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρός (για σύμφωνο που εκφέρεται με μεγαλύτερη ένταση)