91 αποτελέσματα για «確»
確信犯 かくしんはん
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα συνείδησης
- 02 εκ προμελέτης έγκλημα, πράξη που διαπράττεται με τη γνώση ότι δεν πρέπει να γίνει
確率的 かくりつてき
επίθετο
- 01 στοχαστικός, πιθανοτικός
確たる証拠 かくたるしょうこ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ατράνταχτη απόδειξη, βέβαιο αποδεικτικό στοιχείο
確定事項 かくていじこう
ουσιαστικό
- 01 οριστικό περιεχόμενο, τακτοποιημένο ζήτημα, τελειωμένη υπόθεση
確からしい たしからしい
επίθετο
- 01 πιθανός, ενδεχόμενος
確度 かくど
ουσιαστικό
- 01 βαθμός ακρίβειας
確率論 かくりつろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία πιθανοτήτων
確と しかと
επίρρημα
- 01 σίγουρα, με βεβαιότητα
- 02 διακριτά, καθαρά, ακριβώς
- 03 σταθερά, σφιχτά
確かなものにする たしかなものにする
άλλο, ρήμα
- 01 ισχυροποιώ, ενισχύω, θέτω σε στέρεες βάσεις, εξασφαλίζω, καθιστώ βέβαιο
確定申告 かくていしんこく
ουσιαστικό
- 01 τελική φορολογική δήλωση, τελική δήλωση, τελική αναφορά
確実視 かくじつし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θεωρώ ως βέβαιο, αντιμετωπίζω ως σίγουρο
確変 かくへん
ουσιαστικό
- 01 σύστημα κατά το οποίο η επιτυχία ενός συγκεκριμένου τζακπότ αυξάνει την πιθανότητα επίτευξης του επόμενου (σε μηχανές πατσίνκο με προπληρωμένες κάρτες)
確言 かくげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βεβαίωση, επιβεβαίωση
確認の上 かくにんのうえ
άλλο
- 01 κατόπιν ελέγχου, μετά από επιβεβαίωση
確然 かくぜん
άλλο, επίρρημα
- 01 σαφής, βέβαιος
確答 かくとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατηγορηματική απάντηση
確認書 かくにんしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφη επιβεβαίωση, αποδεικτικό επιβεβαίωσης, σημείωμα επιβεβαίωσης
確報 かくほう
ουσιαστικό
- 01 οριστική αναφορά, επιβεβαιωμένα δεδομένα
確定拠出年金 かくていきょしゅつねんきん
ουσιαστικό
- 01 συνταξιοδοτικό πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών
確率変数 かくりつへんすう
ουσιαστικό
- 01 τυχαία μεταβλητή, στοχαστική μεταβλητή