32 αποτελέσματα για «磨»

磨淬 まさい

ουσιαστικό

  1. 01 ακόνισμα σπαθιού, καλλιέργεια ταλέντων ή γνώσεων
磨り出し すりだし

ουσιαστικό

  1. 01 γυάλισμα, γυαλισμένο αντικείμενο
  2. 02 σπίρτο (για το άναμμα φωτιάς)
磨り消す すりけす

ρήμα

  1. 01 σβήνω, εξαλείφω, εξαφανίζω με τρίψιμο
磨砕 まさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άλεσμα, κονιορτοποίηση
磨き紙 みがきがみ

ουσιαστικό

  1. 01 σμυριδόχαρτο
磨り砕く すりくだく

ρήμα

  1. 01 τρίβω σε κομμάτια, αλέθω σε σκόνη
磨り崩す すりくずす

ρήμα

  1. 01 τρίβω μέχρι να διαλυθεί
磨きガラス みがきガラス

ουσιαστικό

  1. 01 γυαλισμένο γυαλί πλακών
磨面 まめん

ουσιαστικό

  1. 01 στιλβωμένη επιφάνεια, έδρα
磨き液 みがきえき

ουσιαστικό

  1. 01 στιλβωτικό υγρό, καθαριστικό, υγρό γυαλίσματος
磨きがかかる みがきがかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βελτιώνομαι, τελειοποιούμαι
  1. 01 αλέθω, τρίβω
  2. 02 γυαλίζω, στιλβώνω
  3. 03 καθαρίζω τρίβοντας, τρίβω δυνατά
  4. 04 βελτιώνω
  5. 05 βουρτσίζω (τα δόντια)