33 αποτελέσματα για «磯»

磯笛 いそぶえ

ουσιαστικό

  1. 01 θαλασσινό σφύριγμα, ο ήχος που βγάζει ένας παραδοσιακός δύτης όταν επιστρέφει στην ακτή
磯筋蝦 いそすじえび

ουσιαστικό

  1. 01 ινδική γαρίδα δολώματος (Palaemon pacificus)
磯馴れ松 そなれまつ

ουσιαστικό

  1. 01 πεύκα που λυγίζουν από τον άνεμο
磯鮪 いそまぐろ

ουσιαστικό

  1. 01 ισομαγκούρο (Gymnosarda unicolor)
磯鵯 いそひよどり

ουσιαστικό

  1. 01 μπλε βραχοκότσυφας (Monticola solitarius)
磯鷸 いそしぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοποταμοσκαλίδρα (Actitis hypoleucos)
磯撫で いそなで

ουσιαστικό

  1. 01 μυθικό θαλάσσιο τέρας που μοιάζει με καρχαρία και διαθέτει ουρά με αγκαθωτό πτερύγιο, το οποίο λέγεται ότι ζει ανοιχτά των ακτών της Ματσούρα και άλλων περιοχών της δυτικής Ιαπωνίας, Ισονάδε
磯焼け いそやけ

ουσιαστικό

  1. 01 ισογιάκε, ερημοποίηση βραχωδών ακτών, υποθαλάσσια ερημοποίηση, εξαφάνιση χρήσιμων παράκτιων φυκιών λόγω περιβαλλοντικών παραγόντων
磯巻き鮨 いそまきずし

ουσιαστικό

  1. 01 μακιζούσι που αποτελείται από φιλέτο σκουμπριού μαριναρισμένο σε αλάτι και ξύδι, τυλιγμένο σε ρύζι και καλυμμένο με τριμμένο κόμπου
磯巻き卵 いそまきたまご

ουσιαστικό

  1. 01 ομελέτα τυλιγμένη μαζί με φύκια
磯菊 イソギク

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσάνθεμο της ακτής (Αζάνια η ειρηνική)
磯躑躅 イソツツジ

ουσιαστικό

  1. 01 ροδόδενδρο το ποικιλότριχο (είδος τσαγιού της Λαμπραντόρ ενδημικό της Ιαπωνίας)
  1. 01 ακτή, παραλία
  2. 02 παραλία, ακρογιαλιά