33 αποτελέσματα για «示»
示導動機 しどうどうき
ουσιαστικό
- 01 κατευθυντήριο μοτίβο, ηγετικό κίνητρο, μουσικό θέμα που συνδέεται με συγκεκριμένο πρόσωπο, ιδέα ή κατάσταση
示差 しさ
άλλο
- 01 διαφορικός
示偏 しめすへん
ουσιαστικό
- 01 ριζικό «σιμεσουχέν» (το ριζικό 113, που εμφανίζεται στα αριστερά και σημαίνει «δείχνω»)
示準化石 しじゅんかせき
ουσιαστικό
- 01 δείκτης απολίθωμα, καθοδηγητικό απολίθωμα
示性式 しせいしき
ουσιαστικό
- 01 συντακτικός τύπος
示性値 しせいち
ουσιαστικό
- 01 χαρακτηριστική τιμή, φυσικές ή χημικές ιδιότητες, δείκτης ποιότητας
示力図 しりょくず
ουσιαστικό
- 01 διάγραμμα δυνάμεων
示圧計 しあつけい
ουσιαστικό
- 01 μανόμετρο, πιεσόμετρο
示相化石 しそうかせき
ουσιαστικό
- 01 δείκτης απολιθώματος (οργανισμός που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του περιβάλλοντος σχηματισμού ενός ιζήματος)
示範 しはん
ουσιαστικό
- 01 παροχή παραδείγματος
示差的特徴 しさてきとくちょう
ουσιαστικό
- 01 διακριτικό χαρακτηριστικό
示現流 じげんりゅう
ουσιαστικό
- 01 Τζιγκέν-ριού, σχολή ξιφασκίας που ιδρύθηκε στο φέουδο Σατσούμα κατά την πρώιμη περίοδο Έντο
示
- 01 δείχνω
- 02 υποδεικνύω
- 03 επισημαίνω
- 04 εκφράζω
- 05 προβάλλω