29 αποτελέσματα για «禅»

禅画 ぜんが

ουσιαστικό

  1. 01 ζενγκα (ζωγραφική που σχετίζεται με τον βουδισμό Ζεν)
禅法 ぜんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος βουδιστικής μελέτης και πρακτικής που βασίζεται στη διαλογιστική συγκέντρωση, διαλογιστικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στον Ζεν Βουδισμό
禅浄 ぜんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ζεν και Αγνή Χώρα, δύο σχολές του βουδισμού
禅道 ぜんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκητικές πρακτικές ζεν, διαλογισμός ζεν
  2. 02 διδασκαλίες ζεν, ζεν
禅話 ぜんわ

ουσιαστικό

  1. 01 ζεν λόγος
禅宗様 ぜんしゅうよう

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό αρχιτεκτονικό στυλ ζενσούγιο
禅知 ぜんち

ουσιαστικό

  1. 01 σοφία που αποκτάται μέσω του διαλογισμού
  2. 02 σοφία και διαλογισμός
禅那 ぜんな

ουσιαστικό

  1. 01 ζενα (βαθύς διαλογισμός)
  1. 01 Ζεν
  2. 02 σιωπηλός διαλογισμός