129 αποτελέσματα για «秋»

秋波 しゅうは

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικό βλέμμα, κλείσιμο του ματιού
秋の色 あきのいろ

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινά χρώματα, φθινοπωρινές αποχρώσεις
秋季 しゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή περίοδος, φθινόπωρο
秋色 しゅうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινό τοπίο, εικόνα του φθινοπώρου
秋分 しゅうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή ισημερία
秋分の日 しゅうぶんのひ

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή ισημερία (εθνική εορτή που γιορτάζεται τιμώντας τους προγόνους και μνημονεύοντας τους νεκρούς· 22, 23 ή 24 Σεπτεμβρίου)
秋場所 あきばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινό τουρνουά (διεξάγεται στο Τόκιο τον Σεπτέμβριο)
秋霜 しゅうそう

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή παγωνιά
  2. 02 αυστηρότητα, σκληρότητα
  3. 03 γκρίζα μαλλιά, λευκά μαλλιά
  4. 04 κοφτερό σπαθί
秋日 しゅうじつ

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή ημέρα
  2. 02 φθινόπωρο
秋霜烈日 しゅうそうれつじつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρότητα, σκληρότητα
秋日和 あきびより

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρή φθινοπωρινή ημέρα, αίθρια φθινοπωρινή ημέρα
秋期 しゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή περίοδος, φθινοπωρινό εξάμηνο (π.χ. σχολικό)
秋海棠 しゅうかいどう

ουσιαστικό

  1. 01 ανθεκτική μπιγκόνια (Begonia grandis)
秋声 しゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ο ήχος του φθινοπωρινού ανέμου
秋津島 あきつしま

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνία
  2. 02 επαρχία Γιαμάτο
秋野菜 あきやさい

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινά λαχανικά
秋雲 しゅううん

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινά σύννεφα, λευκά, αραιά σύννεφα σε έναν καθαρό φθινοπωρινό ουρανό
秋冷 しゅうれい

ουσιαστικό

  1. 01 δροσιά του φθινοπώρου, φθινοπωρινή ψύχρα
秋の七草 あきのななくさ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τα επτά άνθη του φθινοπώρου (λεσπεδέζα, μισκάνθος, κουδζού, αγριογαρύφαλλο, πατρινία, ευπατόριο και πλάτυκοδο)
秋田書店 あきたしょてん

ουσιαστικό

  1. 01 Ακίτα Σότεν (εκδοτικός οίκος)