86 αποτελέσματα για «種»

種芋 たねいも

ουσιαστικό

  1. 01 πατατόσπορος
種籾 たねもみ

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος ρυζιού
種も仕掛けもない たねもしかけもない

άλλο

  1. 01 δεν υπάρχει κανένα μαγικό κόλπο ή παγίδα (φράση που χρησιμοποιείται σε παραστάσεις ταχυδακτυλουργικών), εντελώς συνηθισμένο (π.χ. καθρέφτης, τράπουλα)
種類豊富 しゅるいほうふ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πλούσιος σε ποικιλία, πολυποίκιλος, εκτεταμένος, ποικιλόμορφος
種切れ たねぎれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαντλώ, μένω από
種の起源 しゅのきげん

ουσιαστικό

  1. 01 Η καταγωγή των ειδών (Κάρολος Δαρβίνος, 1859), καταγωγή των ειδών
種なし たねなし

ουσιαστικό

  1. 01 χωρίς κουκούτσια, άσπερμος καρπός
  2. 02 έλλειψη των απαραίτητων μέσων για την ολοκλήρωση μιας εργασίας
種苗 しゅびょう

ουσιαστικό

  1. 01 σπόροι και φυτάρια
  2. 02 αυγά και νεοσσοί, (ιχθύων) αυγά και γόνος
種本 たねほん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή
種を宿す たねをやどす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κυοφορώ το παιδί κάποιου
種牛 たねうし

ουσιαστικό

  1. 01 αναπαραγωγικός ταύρος
種違い たねちがい

ουσιαστικό

  1. 01 ετεροθαλής (από διαφορετικό πατέρα), ομομήτριος
種牡馬 しゅぼば

ουσιαστικό

  1. 01 επιβήτορας, αρσενικό ζώο αναπαραγωγής
種麹 たねこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 προζύμι ζύμωσης, μαγιά, καλλιέργεια βύνης
種子島宇宙センター たねがしまうちゅうセンター

ουσιαστικό

  1. 01 Διαστημικό Κέντρο Τανεγκασίμα
種名 しゅめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα είδους
種板 たねいた

ουσιαστικό

  1. 01 αρνητικό (φωτογραφία)
種数 しゅすう

ουσιαστικό

  1. 01 γένος
種取り たねとり

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργεια σπόρων, αναπαραγωγή, συλλογή ειδήσεων
種物 たねもの

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος, κόκκος
  2. 02 πιάτο με χυλοπίτες (noodle) που περιέχει διάφορα πρόσθετα υλικά
  3. 03 τριμμένος πάγος με σιρόπι φρούτων