39 αποτελέσματα για «稲»

稲こき いねこき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλώνισμα ρυζιού, αλωνιστική μηχανή ρυζιού
稲雀 いなすずめ

ουσιαστικό

  1. 01 σμήνη από σπουργίτια που συγκεντρώνονται σε ορυζώνες που ωριμάζουν
稲掛け いねかけ

ουσιαστικό

  1. 01 άπλωμα ρυζιού σε ξύλινη κατασκευή για ξήρανση, ξύλινη κατασκευή για την ξήρανση του ρυζιού
稲荷揚げ いなりあげ

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητό τόφου (αμπουριάγκε) που χρησιμοποιείται για το ιναριζούσι
稲妻横這 いなずまよこばい

ουσιαστικό

  1. 01 ζιγκ-ζαγκ τζιτζικάκι του ρυζιού (Recilia dorsalis)
稲熱病 いもちびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιμοτσικόμπιο, περονόσπορος του ρυζιού
稲熱 いもち

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια ριζοκτονίας του ρυζιού
稲根喰葉虫 いねねくいはむし

ουσιαστικό

  1. 01 Donacia provostii (είδος σκαθαριού των φύλλων)
稲象虫 いねぞうむし

ουσιαστικό

  1. 01 ρυζοφάγος (Echinocnemus squameus)
稲水象虫 いねみずぞうむし

ουσιαστικό

  1. 01 ρυζορυγχωτός (Lissorhoptrus oryzophilus)
稲の螟虫 いねのずいむし

ουσιαστικό

  1. 01 προνύμφη του ραβδωτού στελεχορύκτη
稲見星 いなみぼし

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός αστερισμός του Βοδιού (ένας από τους 28 σεληνιακούς οίκους)
稲負鳥 いなおおせどり

ουσιαστικό

  1. 01 μεταναστευτικό πουλί που φτάνει το φθινόπωρο (άγνωστο είδος, ίσως κάποιο είδος σουσουράδας)
稲ゲノム いねゲノム

ουσιαστικό

  1. 01 γονιδίωμα ρυζιού
稲椿象 いねかめむし

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι-βρωμούσα (Lagynotomus elongatus)
稲粟 とうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι και κεχρί
稲森草 イナモリソウ

ουσιαστικό

  1. 01 ιναμορισό (ψευδοπυξίδα η χαμηλή)
稲川会 いなかわかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ινακάουα-κάι (συνδικάτο γιακούζα)
  1. 01 ρυζόφυτο