49 αποτελέσματα για «穴»

穴狙い あなねらい

ουσιαστικό

  1. 01 ποντάρισμα σε αουτσάιντερ (σε ιπποδρομίες κ.λπ.), ποντάρισμα σε ριψοκίνδυνη πρόβλεψη, στοιχηματισμός σε «μαύρο άλογο» (αουτσάιντερ)
穴の開くほど あなのあくほど

άλλο

  1. 01 διαπεραστικά (για βλέμμα), έντονα (για παρατήρηση)
穴居 けっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπηλαιοκατοίκηση
穴兄弟 あなきょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 άνδρες που έχουν συνευρεθεί ερωτικά με την ίδια γυναίκα, αδελφοί της τρύπας
穴居人 けっきょじん

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος των σπηλαίων, σπηλαιόβιος
穴馬 あなうま

ουσιαστικό

  1. 01 αουτσάιντερ
穴あきチーズ あなあきチーズ

ουσιαστικό

  1. 01 τυρί με τρύπες (όπως το ελβετικό, το έμενταλ)
穴釣り あなづり

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρεμα με ρίψη πετονιάς ανάμεσα σε βράχια ή τσιμεντένια τετράποδα
  2. 02 ψάρεμα στον πάγο (ιδιαίτερα για οσφραγίδες)
  3. 03 ψάρεμα χελιών με την εισαγωγή δολωμένου αγκιστριού στις φωλιές τους
穴門 あなもん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή πύλη σε τοίχο από λάσπη ή πέτρα
穴熊囲い あなぐまがこい

ουσιαστικό

  1. 01 κάστρο αναγκούμα (αμυντική στρατηγική ανοίγματος)
穴あき銭 あなあきせん

ουσιαστικό

  1. 01 τρύπιο νόμισμα
穴開け器 あなあけき

ουσιαστικό

  1. 01 διατρητήρας, σουβλί
穴窯 あながま

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ παλαιός τύπος κλιβάνου που κατασκευάζεται σκάβοντας μια τρύπα στην πλευρά ενός λόφου
穴銭 あなせん

ουσιαστικό

  1. 01 νόμισμα με τρύπα (άνασεν)
穴隙 けつげき

ουσιαστικό

  1. 01 σχισμή, άνοιγμα
穴兎 アナウサギ

ουσιαστικό

  1. 01 ευρωπαϊκό κουνέλι (Oryctolagus cuniculus)
穴持たず あなもたず

ουσιαστικό

  1. 01 αρκούδα που δεν έχει πέσει σε χειμερία νάρκη
穴マンコ けつマンコ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωκτός, κώλος
穴蜂 あなばち

ουσιαστικό

  1. 01 σφηκοειδές (σφήκα που φωλιάζει στο έδαφος)
穴ぐり あなぐり

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 διάτρηση (οπής)