28 αποτελέσματα για «童»
童名 わらわな
ουσιαστικό
- 01 παιδικό όνομα (που χρησιμοποιείται πριν από την τελετή ενηλικίωσης)
童貞卒業 どうていそつぎょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απώλεια παρθενίας (για άνδρα)
童貞生殖 どうていせいしょく
ουσιαστικό
- 01 ανδρογένεση
童 わっぱ
ουσιαστικό
- 01 παιδί, πιτσιρίκι, κακομαθημένο
童舞 どうぶ
ουσιαστικό
- 01 αυλικός χορός που εκτελείται από παιδιά
童遊び わらわあそび
ουσιαστικό
- 01 παιδικό παιχνίδι, παιχνίδια παιδιών
童貞狩り どうていがり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποπλάνηση παρθένου άνδρα
童
- 01 ανήλικος
- 02 παιδί