80 αποτελέσματα για «端»

端数 はすう

ουσιαστικό

  1. 01 κλάσμα, υπόλοιπο ποσό, περισσευούμενο ποσό
端座 たんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάθομαι με ίσια στάση σώματος, κάθομαι ευθυτενής
端材 はざい

ουσιαστικό

  1. 01 ρετάλια, υπολείμματα ξυλείας, απορρίμματα ξύλου
端から はたから

άλλο

  1. 01 από την εξωτερική πλευρά, από το πλάι
  2. 02 από τρίτους, από άλλους
端午 たんご

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή των αγοριών (5 Μαΐου)
  2. 02 γιορτή του καραβιού-δράκου (Κίνα)
端女 はしため

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια
端午の節句 たんごのせっく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή των αγοριών (5 Μαΐου)
端倪すべからざる たんげいすべからざる

άλλο

  1. 01 ακατανόητος, αμέτρητος, απρόβλεπτος
端唄 はうた

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομο ερωτικό τραγούδι (δημοφιλές στα τέλη της περιόδου Έντο)
端倪 たんげい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόθεση, εικασία
端末画面 たんまつがめん

ουσιαστικό

  1. 01 οθόνη τερματικού
端末機 たんまつき

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικό (μονάδα)
端厳 たんげん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ορθός και επιβλητικός
端近 はしぢか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γωνία σπιτιού (εσωτερική)
端居 はしい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάθομαι στη βεράντα
端末装置 たんまつそうち

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικός εξοπλισμός
端艇 たんてい

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή βάρκα
端境期 はざかいき

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβατική περίοδος μεταξύ συγκομιδών, νεκρή περίοδος αγροτικής παραγωγής
端本 はほん

ουσιαστικό

  1. 01 ατελής σειρά βιβλίων, μεμονωμένος τόμος
端を開く たんをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω ώθηση