112 αποτελέσματα για «管»
管楽器 かんがっき
ουσιαστικό
- 01 πνευστό όργανο
管理棟 かんりとう
ουσιαστικό
- 01 διοικητικό κτίριο
管理費 かんりひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα διοίκησης, λειτουργικά έξοδα, έξοδα διαχείρισης
管弦楽 かんげんがく
ουσιαστικό
- 01 ορχηστρική μουσική
管理能力 かんりのうりょく
ουσιαστικό
- 01 διοικητική ικανότητα, ικανότητα διαχείρισης, ικανότητα διοίκησης, διοικητική επάρκεια
管理権 かんりけん
ουσιαστικό
- 01 εποπτική αρχή, ρυθμιστική αρχή, δικαίωμα διαχείρισης, δικαίωμα φύλαξης
管弦 かんげん
ουσιαστικό
- 01 πνευστά και έγχορδα όργανα, μουσική
管区海上保安本部 かんくかいじょうほあんほんぶ
ουσιαστικό
- 01 περιφερειακό αρχηγείο λιμενικού σώματος
管弦楽団 かんげんがくだん
ουσιαστικό
- 01 συμφωνική ορχήστρα
管理業務 かんりぎょうむ
ουσιαστικό
- 01 διοικητική εργασία, διαχειριστικό καθήκον
管財人 かんざいにん
ουσιαστικό
- 01 διαχειριστής, παραλήπτης, κηδεμόνας
管長 かんちょう
ουσιαστικό
- 01 ανώτατος ιερέας, αρχιαβάς
管下 かんか
ουσιαστικό
- 01 υπό τη δικαιοδοσία κάποιου
管状 かんじょう
ουσιαστικό
- 01 σωληνοειδής
管理社会 かんりしゃかい
ουσιαστικό
- 01 ελεγχόμενη κοινωνία, ρυθμιζόμενη κοινωνία
管掌 かんしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάληψη ευθύνης, διαχείριση
管理上 かんりじょう
ουσιαστικό
- 01 διοικητικός
管理栄養士 かんりえいようし
ουσιαστικό
- 01 εγγεγραμμένος διαιτολόγος, πιστοποιημένος από το κράτος διατροφολόγος
管理機関 かんりきかん
ουσιαστικό
- 01 διοικητική αρχή
管狐 くだぎつね
ουσιαστικό
- 01 κουνταγκιτσούνε, αλεπουδοειδές πνεύμα που φυλάσσεται μέσα σε μπαμπού σωλήνα και χρησιμοποιείται από τον κάτοχό του για να εκτελεί μαντείες και κατάρες
- 02 ερμίνα