41 αποτελέσματα για «箱»
箱寿司 はこずし
ουσιαστικό
- 01 οσιζούσι, σούσι με ρύζι και άλλα υλικά συμπιεσμένα μέσα σε ξύλινο κουτί ή καλούπι
箱庭療法 はこにわりょうほう
ουσιαστικό
- 01 θεραπεία με άμμο, τεχνική παιχνιδιού με άμμο
箱物行政 はこものぎょうせい
ουσιαστικό
- 01 κυβερνητική πολιτική που εστιάζει στην κατασκευή δημόσιων κτιρίων (κοινοτικών υποδομών)
箱師 はこし
ουσιαστικό
- 01 κλέφτης τρένου ή λεωφορείου
箱ブランコ はこブランコ
ουσιαστικό
- 01 κούνια-κουτί, κούνια με αντικριστά καθίσματα (παιχνίδι παιδικής χαράς)
箱根山椒魚 はこねさんしょううお
ουσιαστικό
- 01 γιαπωνέζικη σαλαμάνδρα με νύχια (Onychodactylus japonicus)
箱眼鏡 はこめがね
ουσιαστικό
- 01 υδροκύβιο, συσκευή με γυάλινο πάτο για την παρατήρηση του βυθού
箱河豚 はこふぐ
ουσιαστικό
- 01 οστρακίον το αδιάστικτο, μπλε κηλιδωτό ψάρι-κουτί
- 02 οστρακίδες, ψάρι-κουτί
箱点 ハコテン
ουσιαστικό
- 01 έχω μηδέν ή αρνητικούς πόντους
箱海老 はこえび
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός αστακός-δόρυ (Linuparus trigonus)
箱水母 はこくらげ
ουσιαστικό
- 01 κυβομέδουσα (γένος Cubozoa), θαλάσσια σφήκα
箱信者 はこしんじゃ
ουσιαστικό
- 01 οπαδός του Xbox, φανατικός υποστηρικτής του Xbox
箱ひげ図 はこひげず
ουσιαστικό
- 01 διάγραμμα κουτιού και μουστακιών, διάγραμμα πλαισίου και απολήξεων, θηκόγραμμα
箱企業 はこきぎょう
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία βιτρίνα, εταιρεία κέλυφος
箱根羊歯 はこねしだ
ουσιαστικό
- 01 Χακονεσίντα (είδος φτέρης)
箱亀 はこがめ
ουσιαστικό
- 01 κοινή χελώνα κουτί
箱膳 はこぜん
ουσιαστικό
- 01 κουτί σερβιρίσματος που χρησιμοποιείται και ως ατομικό τραπεζάκι φαγητού, τραπεζάκι-κουτί
箱罠 はこわな
ουσιαστικό
- 01 παγίδα κουτί, κλουβί παγίδευσης
箱根美術館 はこねびじゅつかん
ουσιαστικό
- 01 Μουσείο Τέχνης Χακόνε
箱根登山鉄道鋼索線 はこねとざんてつどうこうさくせん
ουσιαστικό
- 01 τελεφερίκ Χακόνε Τοζάν