287 αποτελέσματα για «精»

精製 せいせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ραφινάρισμα, καθαρισμός
  2. 02 προσεκτική παρασκευή
精査 せいさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεξοδική έρευνα, προσεκτική εξέταση, ενδελεχής έλεγχος
精力 せいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ενέργεια, ζωντάνια, ζωτικότητα
精力的 せいりょくてき

επίθετο

  1. 01 ενεργητικός, δραστήριος
精気 せいき

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα, ζωτική ενέργεια, ζωντάνια, ουσία
精算 せいさん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακριβής υπολογισμός, τακτοποίηση λογαριασμών, διακανονισμός
精鋭部隊 せいえいぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 επίλεκτη μονάδα, επίλεκτο σώμα στρατού
精神年齢 せいしんねんれい

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική ηλικία
精神面 せいしんめん

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική πλευρά, ψυχική πλευρά, συναισθηματική πλευρά
精が出る せいがでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εργάζομαι σκληρά, καταβάλλω κάθε προσπάθεια
精彩 せいさい

ουσιαστικό

  1. 01 λάμψη, στιλπνότητα, ζωντάνια χρωμάτων
  2. 02 ζωντάνια, ένταση
精神衛生 せいしんえいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική υγεία, ψυχική υγιεινή
精神性 せいしんせい

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματικότητα, πνευματική φύση
精強 せいきょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πανίσχυρος, ισχυρός
精密検査 せいみつけんさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεξοδικός έλεγχος, πλήρης εξέταση, πλήρης ιατρικός έλεγχος, λεπτομερής δοκιμή
精神科 せいしんか

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχιατρική, ψυχιατρικό τμήμα
精錬 せいれん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διύλιση, καθαρισμός, μεταλλουργία
  2. 02 εκπαίδευση, εξάσκηση
精神論 せいしんろん

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματισμός, ιδεαλισμός
精神世界 せいしんせかい

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός ψυχολογικός κόσμος, νοητικός κόσμος, πνευματικός κόσμος
精神病 せいしんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική ασθένεια, ψύχωση