82 αποτελέσματα για «糸»

糸を垂れる いとをたれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ψαρεύω, ρίχνω πετονιά στο νερό
糸引き いとひき

ουσιαστικό

  1. 01 τεντώνω σαν κλωστή, τέντωμα κλωστής
  2. 02 ξετύλιγμα μεταξιού, νηματοποίηση, αναπήνιση, νηματουργός
  3. 03 κατευθύνω κάποιον παρασκηνιακά, κινούμαι σαν μαριονέτα
  4. 04 εμφάνιση κλωστών από τις άκρες των δαχτύλων του Βούδα κατά την προσευχή (λαϊκή πίστη)
  5. 05 εμμηνόρροια
糸作り いとづくり

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτές λωρίδες ωμού ψαριού και καλαμαριού
糸竹 しちく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικά όργανα (παραδοσιακά ιαπωνικά)
糸竹 いとたけ

ουσιαστικό

  1. 01 έγχορδα και πνευστά (μουσικά όργανα)
糸桜 いとざくら

ουσιαστικό

  1. 01 ιτοζάκουρα (κερασιά με κρεμάμενα κλαδιά)
糸球体 しきゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 σπειραμα
糸底 いとぞこ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση κεραμικού σκεύους
糸織り いとおり

ουσιαστικό

  1. 01 ύφασμα υφασμένο από στριμμένο μεταξωτό νήμα
糸操り いとあやつり

ουσιαστικό

  1. 01 χειρισμός μαριονέτας
糸偏 いとへん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό του νήματος (που τοποθετείται αριστερά στα ιαπωνικά ιδεογράμματα)
  2. 02 υφαντουργία
糸掛け いとかけ

ουσιαστικό

  1. 01 οδηγός νήματος (για παράδειγμα σε μηχανή κλώσης)
糸鬢 いとびん

ουσιαστικό

  1. 01 ιτομπίν, ανδρικό χτένισμα του 17ου αιώνα (ξυρισμένο μέτωπο, κότσος, φαβορίτες αραιωμένες στο μέγεθος κλωστής)
糸取り いととり

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύλιξη μεταξιού, νηματοποίηση μεταξιού, αναπήνιση, τεχνίτης εκτύλιξης μεταξιού, τεχνίτης νηματοποίησης μεταξιού
糸を組む いとをくむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 πλέκω νήματα
糸倉 いとぐら

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή (του σαμισέν ή άλλων οργάνων) που φέρει τα κλειδιά χορδίσματος
糸遊 いとゆう

ουσιαστικό

  1. 01 τρεμόπαιγμα θερμού αέρα, θερμομίρα
糸柳 いとやなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κλαίουσα ιτιά
糸状菌 しじょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 νηματοειδής μύκητας
糸状体 しじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 νημάτιο, πρωτονήμα, τριχώμα
  2. 02 μιτοχόνδριο