31 αποτελέσματα για «索»
索引順編成ファイル さくいんじゅんへんせいファイル
ουσιαστικό
- 01 αρχείο μεθόδου ευρετηριασμένης σειριακής πρόσβασης, αρχείο ISAM
索引精度 さくいんせいど
ουσιαστικό
- 01 βάθος ευρετηρίασης
索引編成 さくいんへんせい
ουσιαστικό
- 01 ευρετηριακή οργάνωση
索引付け さくいんつけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ευρετηρίαση
索梯 さくてい
ουσιαστικό
- 01 ανεμόσκαλα, σχοινένια σκάλα
索道鉄道 さくどうてつどう
ουσιαστικό
- 01 τελεφερίκ, εναέριος σιδηρόδρομος
索餅 さくべい
ουσιαστικό
- 01 σακουμπέι, στριφτό γλύκισμα που καταναλώνεται κατά τη διάρκεια της γιορτής Ταναμπάτα
索痕 さっこん
ουσιαστικό
- 01 σημάδι περίσφιξης, σημάδι στραγγαλισμού
索溝 さくこう
ουσιαστικό
- 01 σημάδι περίσφιξης, αυλάκωση συστολής, αυλάκωση στραγγαλισμού
索条痕 さくじょうこん
ουσιαστικό
- 01 σημάδι στραγγαλισμού
索
- 01 κορδόνι, σπάγκος
- 02 σχοινί
- 03 αναζήτηση, έρευνα
- 04 έρευνα, ανάκριση, διερεύνηση