45 αποτελέσματα για «累»
累卵の危うき るいらんのあやうき
άλλο
- 01 επικείμενος κίνδυνος, απειλούμενη καταστροφή
累進税率 るいしんぜいりつ
ουσιαστικό
- 01 προοδευτικός φορολογικός συντελεστής
累増 るいぞう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαδοχική ή προοδευτική αύξηση, σωρευτική αύξηση
累積債務 るいせきさいむ
ουσιαστικό
- 01 σωρευτικό χρέος, συσσώρευση χρέους
累算 るいさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνολικός, αθροιστικός
累乗根 るいじょうこん
ουσιαστικό
- 01 νιοστή ρίζα
累進税 るいしんぜい
ουσιαστικό
- 01 προοδευτικός φόρος
累日 るいじつ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πολλές ημέρες
累減 るいげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φθίνων, κατιών
累減税 るいげんぜい
ουσιαστικό
- 01 φθίνουσα φορολογία
累算温度 るいさんおんど
ουσιαστικό
- 01 συνολική θερμοκρασία
累積投票 るいせきとうひょう
ουσιαστικό
- 01 σωρευτική ψηφοφορία
累損 るいそん
ουσιαστικό
- 01 σωρευμένη ζημία
累積損失 るいせきそんしつ
ουσιαστικό
- 01 συσσωρευμένη ζημία
累囚 るいしゅう
ουσιαστικό
- 01 φυλακισμένος
累算器 るいさんき
ουσιαστικό
- 01 συσσωρευτής (υπολογιστικής αρχιτεκτονικής)
累積差率 るいせきさりつ
ουσιαστικό
- 01 σωρευτικό υπόλοιπο
累積索引付け るいせきさくいんつけ
ουσιαστικό
- 01 σωρευτική ευρετηρίαση
累積分布関数 るいせきぶんぷかんすう
ουσιαστικό
- 01 αθροιστική συνάρτηση κατανομής
累積率 るいせきりつ
ουσιαστικό
- 01 σωρευτικό ποσοστό