32 αποτελέσματα για «絞»

絞り染め しぼりぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική δεσίματος και βαφής υφασμάτων
絞り器 しぼりき

ουσιαστικό

  1. 01 στυφτήριο ρούχων, στίφτης φρούτων, πιεστήριο σταφυλιών
絞扼 こうやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στραγγαλισμός, σύσφιγξη, παγίδευση
絞罪 こうざい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτέλεση δι' απαγχονισμού, απαγχονισμός
絞刑 こうけい

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος δι' απαγχονισμού
絞死 こうし

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος από στραγγαλισμό, ασφυξία με βρόχο
絞刑吏 こうけいり

ουσιαστικό

  1. 01 δήμιος
絞り弁 しぼりべん

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμιστική βαλβίδα
絞縄 こうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 θηλιά αγχόνης, σχοινί εκτέλεσης για εγκληματίες
絞首索 こうしゅさく

ουσιαστικό

  1. 01 θηλιά αγχόνης, θηλιά
絞り値 しぼりち

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός διαφράγματος, λόγος εστίασης, λόγος διαφράγματος, στοπ διαφράγματος
  1. 01 στραγγαλίζω
  2. 02 συσφίγγω
  3. 03 στύβω