74 αποτελέσματα για «絵»

絵図面 えずめん

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο, τοπογραφικό
絵日記 えにっき

ουσιαστικό

  1. 01 εικονογραφημένο ημερολόγιο, ημερολόγιο με σκίτσα
絵に描いた餅 えにかいたもち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ανέφικτο όνειρο, πύργοι στην άμμο, ζωγραφισμένο ρύζι (που δεν μπορεί να φαγωθεί)
絵札 えふだ

ουσιαστικό

  1. 01 φιγούρα (τραπουλόχαρτο)
  2. 02 εικονογραφημένη κάρτα (στα ουταγκαρούτα ή ιρόχα καρούτα)
絵物語 えものがたり

ουσιαστικό

  1. 01 εικονογραφημένη ιστορία
絵画的 かいがてき

επίθετο

  1. 01 γραφικός, ζωγραφικός
  2. 02 εικονογραφικός, παραστατικός
絵コンテ えコンテ

ουσιαστικό

  1. 01 ντεκουπάζ (κινηματογράφος, τηλεόραση), προσχέδιο για μια σειρά από κινηματογραφικές σκηνές
絵付け えつけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζωγραφική σε κεραμικά, ζωγραφική σε πορσελάνη, διακόσμηση πορσελάνης
絵かき えかき

ουσιαστικό

  1. 01 ζωγράφος, καλλιτέχνης
  2. 02 ζωγραφική, σκιτσάρισμα, δημιουργία εικόνων
絵皿 えざら

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό πιάτο
  2. 02 παλέτα
絵入り えいり

ουσιαστικό

  1. 01 εικονογραφημένος
絵羽 えば

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μοτιβέ, με σχέδια
  2. 02 έμπα χαόρι (παλτό με ενιαίο σχέδιο)
絵画展 かいがてん

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση ζωγραφικής, έκθεση έργων τέχνης
絵看板 えかんばん

ουσιαστικό

  1. 01 εικονογραφημένη πινακίδα που απεικονίζει σκηνή από θεατρικό έργο (συνήθως έξω από θέατρο)
絵解き えとき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση μιας εικόνας
  2. 02 εξήγηση μέσω εικόνων
  3. 03 επεξήγηση (ενός περιστατικού, συλλογισμού κ.λπ.), ξεκαθάρισμα (ενός μυστηρίου), διαλεύκανση, επίλυση
絵にも描けない えにもかけない

άλλο

  1. 01 απερίγραπτος (π.χ. ομορφιά)
絵草紙 えぞうし

ουσιαστικό

  1. 01 εζόσι (εικονογραφημένο βιβλίο ιστοριών της περιόδου Έντο)
絵地図 えちず

ουσιαστικό

  1. 01 εικονογραφημένος χάρτης
絵像 えぞう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπογραφία
絵模様 えもよう

ουσιαστικό

  1. 01 γραφικό σχέδιο