36 αποτελέσματα για «絹»
絹行灯 きぬあんどん
ουσιαστικό
- 01 φαναράκι με σκελετό καλυμμένο από μεταξωτό ύφασμα
絹一匹 きぬいっぴき
ουσιαστικό
- 01 ένα τόπι μεταξιού
絹層雲 けんそううん
ουσιαστικό
- 01 κερρόστρωτο, σύννεφο κερρόστρωτου
絹紬 けんちゅう
ουσιαστικό
- 01 κεντσού (αλεύκαστο μετάξι)
絹毛鼠 きぬげねずみ
ουσιαστικό
- 01 χάμστερ (οποιοδήποτε τρωκτικό της υποοικογένειας των Κρικετινών)
絹絵 きぬえ
ουσιαστικό
- 01 ζωγραφιά σε μετάξι
絹蘭 きぬらん
ουσιαστικό
- 01 κινουράν, είδος ορχιδέας της οικογένειας Zeuxine strateumatica
絹目 きぬめ
ουσιαστικό
- 01 ματ φινίρισμα (για παράδειγμα σε φωτογραφίες)
絹糸紡績 けんしぼうせき
ουσιαστικό
- 01 νηματοποίηση μεταξιού
絹猿 きぬざる
ουσιαστικό
- 01 κοινός μαρμοσέτος (Callithrix jacchus)
絹柳 きぬやなぎ
ουσιαστικό
- 01 κινουγιανάγκι (είδος ιτιάς)
絹皮 きぬかわ
ουσιαστικό
- 01 μεταξένιο εσωτερικό κάλυμμα στην κορυφή ενός βλαστού μπαμπού
絹糸光沢 けんしこうたく
ουσιαστικό
- 01 μεταξένια λάμψη, μεταξωτή στιλπνότητα
絹紡糸 けんぼうし
ουσιαστικό
- 01 μεταξωτό νήμα από ίνες, νήμα από εκχειλισμένο μετάξι, σκάπε
絹紡 けんぼう
ουσιαστικό
- 01 νηματοποίηση μεταξιού
- 02 γνεσμένο μετάξι, νήμα από γνεσμένο μετάξι, σαπ
絹
- 01 μετάξι