66 αποτελέσματα για «継»
継投 けいとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντικατάσταση του αρχικού ρίπτη (πίτσερ)
継ぎ当て つぎあて
ουσιαστικό
- 01 μπάλωμα
継続協議 けいぞくきょうぎ
ουσιαστικό
- 01 συνεχιζόμενη διαβούλευση, διαρκής διαβούλευση
継娘 ままむすめ
ουσιαστικό
- 01 προγονή
継室 けいしつ
ουσιαστικό
- 01 δευτερη συζυγος
継ぎ目なし つぎめなし
ουσιαστικό
- 01 χωρίς ραφές, χωρίς ενώσεις, μονοκόμματος
継続文 けいぞくぶん
ουσιαστικό
- 01 συνεχιζόμενη δήλωση
継手 つぎて
ουσιαστικό
- 01 σύνδεσμος, ένωση, αρμός, μάτισμα
- 02 διάδοχος, κληρονόμος
継ぎ竿 つぎざお
ουσιαστικό
- 01 καλάμι ψαρέματος με αρθρωτά τμήματα
継統 けいとう
ουσιαστικό
- 01 διαδοχή στον θρόνο
継姉 ままねえ
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη ετεροθαλής αδελφή
継ぎ立て つぎたて
ουσιαστικό
- 01 διαδοχή, σκυταλοδρομία
継走 けいそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκυταλοδρομία
継続費 けいぞくひ
ουσιαστικό
- 01 συνεχιζόμενη δαπάνη
継電器 けいでんき
ουσιαστικό
- 01 ρελέ
継受 けいじゅ
ουσιαστικό
- 01 διαδοχή, ανάληψη (επιχείρησης, περιουσίας)
継続発注 けいぞくはっちゅう
ουσιαστικό
- 01 πάγια παραγγελία
継続審査 けいぞくしんさ
ουσιαστικό
- 01 μεταφορά νομοσχεδίου από μία κοινοβουλευτική σύνοδο στην επόμενη, με ενδιάμεση εξέταση από επιτροπή
継電気 けいでんき
ουσιαστικό
- 01 ρελέ
継ぎ足 つぎあし
ουσιαστικό
- 01 πρόσθετο πόδι (συσκευής κ.λπ.)
- 02 τσουγκιάσι, κίνηση κατά την οποία το πίσω πόδι πλησιάζει το μπροστινό και ακολουθεί ένα μεγάλο βήμα