52 αποτελέσματα για «綿»

綿ぼこり わたぼこり

ουσιαστικό

  1. 01 χνούδι, κομμάτι από ίνες υφάσματος
  2. 02 μπάλα σκόνης, χνουδωτή μάζα σκόνης
綿実油 めんじつゆ

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακέλαιο
綿毛布 めんもうふ

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακερή κουβέρτα
綿の実 わたのみ

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος βαμβακιού
綿ネル めんネル

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακερή φανέλα, φανελέτα
綿モスリン めんモスリン

ουσιαστικό

  1. 01 μουςελίνα
綿火薬 めんかやく

ουσιαστικό

  1. 01 νιτροβαμβάκι, πυροβάμβακας
綿打ち わたうち

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακολαξία, ξάνισμα βαμβακιού
綿フランネル めんフランネル

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακερή φανέλα, φανελέτα
綿密周到 めんみつしゅうとう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 λεπτομερής και προσεκτικός, σχολαστικός, σχολαστικά επιμελημένος, περίτεχνος
綿抜き わたぬき

ουσιαστικό

  1. 01 κιμονό χωρίς επένδυση
  2. 02 πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα του σεληνοηλιακού ημερολογίου
綿繰り わたくり

ουσιαστικό

  1. 01 εκκόκκιση βαμβακιού
綿くず わたくず

ουσιαστικό

  1. 01 κομματάκια βαμβακιού
綿菅 わたすげ

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακοχόρτο (Eriophorum vaginatum subsp. fauriei)
綿蛮 めんばん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 τιτίβισμα μικρού πουλιού
綿実 めんじつ

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακόσπορος
綿弓 わたゆみ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο για το ξάσιμο του βαμβακιού
綿油 わたあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακέλαιο
綿摘み わたつみ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή βαμβακιού
綿紡 めんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακοκλωστική